Στη γιορτή της Ουτοπίας

by Social Waste

/
  • Streaming + Download

    Includes high-quality download in MP3, FLAC and more. Paying supporters also get unlimited streaming via the free Bandcamp app.

      name your price

     

1.
2.
3.
4.
5.
6.
7.
04:54

about

Το άλμπουμ «Στη γιορτή της ουτοπίας» είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Παύλου (Killah P) που δολοφονήθηκε από τους νεοναζί

credits

released November 15, 2013

tags

license

about

Social Waste Greece

Social Waste were founded in 1999. Seventeen-year-old students back then. After years in the scene, numerous songs and lives all around Greece, in 2004 they left Freestyle Productions. Due to studies, work and unemployment, as well as other personal encounters, Social Waste left the Greek hip hop scene, and remained in silence until…today.Because in these times, no one should stay silent. ... more

contact / help

Contact Social Waste

Streaming and
Download help

Track Name: Στη γιορτή της Ουτοπίας
Θα’τανε κάποια Κυριακή, κάποια Δευτέρα
Σε κάποιο ποίημα του Λόρκα, στους πίνακες του Ριβέρα
Στη θάλασσα του Χικμέτ, στα λόγια του Γκαλεάνο
Και πριν καλά καλά σε βρω πάντα σε χάνω
Θα’τανε καθημερινή, μπορεί και αργία
Πλακάτ, πανό, «κράτος κλειστόν» και απεργία
Σε κάποιο στίχο του Άκη Πάνου, ή του Ρασούλη που φωνάζει
Κι όμως αλλάζει Κεμάλ, κι όμως αλλάζει

Όσο σιμώνω μακραίνει κι έτσι ποτέ δεν τη φτάνω
Άπιαστη, ωραία ουτοπία- καλά τα λέει ο Γκαλεάνο
Μα όταν γιορτάζει καινούριους δρόμους μου τάζει
Κι αρχίζω πάλι να πιστεύω πως ο κόσμος αλλάζει (αλλάζει)
Κι αμφισβητώ τον Κεμάλ, αμφισβητώ και το Μάνο
Στέκω στις μύτες των ποδιών αλλά και πάλι δε φτάνω
Είν’ το παιχνίδι παλιό κι αν θες το νόημα να βρούμε
Πρέπει λιγάκι ακόμα ψηλότερα να σηκωθούμε
Οι ποιητές μας τα ‘χουν πει, του παιχνιδιού τους κανόνες
Τους έχουν γράψει με πορφυρή μελάνη οι αιώνες
Όπως και τότε στη Χιλή, θα ‘τανε once Setiembre
Κι είπες χαλάλι, και hasta la victoria siempre
Ή σαν και τώρα που μου ‘παν πως σ’είδανε στην Ινδία
Μάζευες ήλιο κι αέρα μ’ όλη την ξυπολυταρία
Με ένα κόκκινο μπερέ σ’είχανε δει μια φορά
Ήσουνα λέξη στο στόμα του Thomas Sankara
Κι ακόμα τώρα σε βλέπουν κι όλο τον κόσμο ρωτάνε
Οι Δον Κιχότοι κι οι Σάντσοι που πάνε;
Γίνεσαι μάϊσα σελήνη, νύχτα χαράζεις πορεία
Και την ημέρα αφήνεις και ταξιδεύουμε στ’αστεία

Θα’τανε κάποια Κυριακή, κάποια Δευτέρα
Σε κάποιο ποίημα του Λόρκα, στους πίνακες του Ριβέρα
Στη θάλασσα του Χικμέτ, στα λόγια του Γκαλεάνο
Και πριν καλά καλά σε βρω πάντα σε χάνω
Θα’τανε καθημερινή, μπορεί και αργία
Πλακάτ, πανό, «κράτος κλειστόν» και απεργία
Σε κάποιο στίχο του Άκη Πάνου, ή του Ρασούλη που φωνάζει
Κι όμως αλλάζει Κεμάλ, κι όμως αλλάζει

Σ’έχω γυρέψει καιρό, πήρα από πίσω τα ίχνη
Σ’ έψαξα μέχρι την Τσιάπας, αντάρτες μες στην ομίχλη
Στο Σύνταγμα στην πλατεία σε ψηλαφίσαν μιλιούνια
Και πιο πριν στην Ιβηρική, plazas del Sol και Catalunya
Στο Μισίρι και στο Τούνεζι ήσουν φλόγα και φως
Στο Μεξικό σε βγάλανε #YoSoy132
Ρίχνει τα πέπλα η Σαλώμη, το κεφάλι στο πιάτο
Μα δε μασάει, αντιστέκεται το precariato
Εργάτες στη Χαλυβουργία, απεργία cabrones!
Και ανθρακωρύχοι στην Asturias, “… hasta los cojones”
Φοιτητές στο Σαντιάγκο μα και στο Μοντρεάλ
Γιατί η παιδεία είναι αγαθό δημόσιο και δωρεάν
Στην Αργεντίνα οδοφράγματα σαν τον παλιό καιρό
Στην Cochabamba δεν πουλιέται ρε κουφάλες το νερό
Σαν Μάη του ΄68 χρόνια να ‘ρθεις σε περιμένω
Σαν τραγούδι του Oscar Chavez απαγορευμένο
Ήσουν βιβλίο που το βάλαν φυλακή στην Τουρκία
Και ανταποκριτής νεκρός στη Χομς στη Συρία
Αλλού σε λένε Ζαπάτα κι αλλού Τουπακ Κατάρι
Αλλού Σαντίνο, Αλλού Τσε, και στην Ελλάδα Άρη
Track Name: Φράουλες στη Μανωλάδα
Και ποιος τη χάρη μας τώρα, πέρασε η μπόρα
Αφού μας το πε ο Σαμαράς τι θέλεις τώρα;
Σου λέω έρχονται, αριβάρουν σε λιγάκι
Οι τράπεζες του Βενιζέλου, η «ανάπτυξη» του Χατζηδάκη
Μετά την Ολυμπιακή και τον ΟΤΕ,
Στρώστε χαλί και φτάνουν οι επενδυταί
Να ’τα καλώς τα τα παιδιά τι να τους φέρουμε
ΟΠΑΠ, ΔΕΗ και ύδωρ τους προσφέρουμε
Κι αν τύχει και ανακαλύψουν και πετρέλαιο
Τότε χαιρέτα μου φίλε τον πολυέλαιο
Όπως και στη Χαλκιδική και το Στρατόνι
«μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει»
Κι εσύ που βγαίνεις μες στο δρόμο και φωνάζεις
Σε δέρνουνε μην τους επενδυτές τρομάζεις
Αφού σε σπρώξανε πρώτα στην ανεργία
Τώρα σου αλλάζουν τη δουλειά με τη δουλεία
Και θα δουλεύεις 6 και 7 ημέρες
Θα ‘ναι ίδιες οι Κυριακές με τις Δευτέρες
Και για χαλκά σου ‘χουν περάσει το μισθό σου
Χόρευε αρκούδα για τα 500 ευρώ σου
Μας κατευθύνουν καναλάρχες και εκδότες
Μας θέλουν φρόνιμους να κάνουμε τις κότες
Οι εφοπλιστές στα παρασκήνια σιγοντάρουν
Και οι βουλευτές μες στη βουλή μας σαμποτάρουν

Και μου θυμίζει η Ελλάδα
Φράουλες στη Μανωλάδα
Όσο αντέχεις μαζεύεις
Κι ύστερα βουρ στον Καιάδα
Οι επιστάτες φυλάνε
Κι οι αφέντες καλοπερνάνε
Οι μπάτσοι μας κυνηγάνε
Κι όλο βαράνε, βαράνε

Όταν τα ζώα στη φάρμα ποιούν τη νήσσα
Όλα είναι ίσα αλλά κάποια είναι πιο ίσα
Κι όταν τρελαίνονται και κάνουν φασαρία
Ξύλο και photoshop κερνάει η αστυνομία
Είναι αήττητη η βλακεία η μεγάλη
Του χρυσαυγίτη τα σκατά μες στο κεφάλι
Σε τούτη τη μεταπολίτευση τη δεύτερη
Με την κυβέρνηση τη νεοφιλελεύθερη
Σου πετσοκόψαν το μισθό και σ’ απολύσανε
Σε τρία χρόνια τρείς φορές σε ξεπουλήσανε
Έφυγε αλλού να βρει δουλειά η Ιφιγένεια
και θυσιάσαν στους φασίστες την ιθαγένεια
(και το αντιρατσιστικό)
Η δικαιοσύνη είναι βέλος στη φαρέτρα τους
ακόμα μια απ’ τις πουτάνες στην ατζέντα τους
και ούτε καν η ακριβότερη να ξέρεις
…πάλι πως μου ‘ρθε στο μυαλό ο Πρετεντέρης;
Είν’ το παιχνίδι στημένο κι η διαιτησία
Υποταγμένη δουλικά στην εξουσία
Κι εσύ σκυφτός και φράουλες στη Μανωλάδα
Να παν μπροστά τα αφεντικά… συγγνώμη, η Ελλάδα…
Track Name: Του κόσμου τα λιμάνια
Θα αρματώσω ένα καράβι
Καράβι μεγάλο
Κι όταν ελεύθερο τον εαυτό μου αφήσω
Με Ποσειδώνα κι Αϊ Νικόλα
Θα τα βάλω
Κι όλα του κόσμου τα λιμάνια θα γυρίσω

Θα φύγω νύχτα από τη Θεσσαλονίκη
(να μην τολμήσεις να τη δεις απ’ τη στεριά)
κι ένα πουκάμισο – χρυσάφι στο μανίκι
θα αφήσω πίσω κάπου στην Καλαμαριά

θα βάλω πλώρη – μέσω Πειραιά – για Κρήτη
Χάνδακα, Χώρα, Κάντια, Μεγάλο Κάστρο
Και θα ρωτάω τον γερο-Αποσπερίτη
Που ‘ναι κρυμμένο κείνο του Νοτιά το Άστρο

Κι ύστερα πέλαγο του Νότου Λιβυκό
Κι αφού ζητήσω με σπονδή κρασιού την άδεια
Από πλοίο φάντασμα, παλιό, πειρατικό
Θα φτάσω μέχρι την πλανεύτρα Αλεξάνδρεια

Και από κει και με ταχύτητα φωτός
Που εκπέμπεται από τον αρχαίο χαμένο Φάρο
Ψάχνοντας το άρωμα μιας κάποιας γυναικός
Για το Λιμάνι της Μαρσίλλια θα σαλπάρω

Θα πιώ σαμπάνια γαλλική, κρασί και μπύρα
Κι όταν αρχίσει η νύχτα πέπλα να απλώνει
Θα δραπετεύσω από την κοσμοπλημμύρα
Βάζοντας πλώρη Καταλούνια, Βαρκελώνη…

Θα μπω στην πόλη τροπαιοφόρος Σαντ Ζορντί
Για Ράμπλας και Μπαρσελονέτα θα κινήσω
Και με σημαία κίτρινη και πορφυρή
Στο Μοντ Ζουίκ και στο Καμπ Νου θα προσκυνήσω

Από το πέλαγο το Βαλλεαρικό
Σαν Μπαρμπερίνος πειρατής θα βγω στο Αλγέρι
Και απ’ το στενό του Γιβραλτάρ ερωτικό,
Φάντο θλιμμένο, Λισσαβόνα θα με φέρει

Με το αγέρι στο Μαγκρέμπ θα ταξιδέψω
Αραβική θωριά και Βέρβερου το αίμα
Στην Καζαμπλάνκα μια βραδιά θα αλητέψω
Και στην Κασμπά μάταια θα ψάξω τη Φατέμα

Του Ατλαντικού θα διασχίσω τα νερά
Θα χαιρετίσω τη στεριά στο Κάπο Βέρντε
Και στο λιμάνι που συχνάζει η Αριστερά
Θα ρίξω άγκυρα για λίγο – Πόρτο Αλέγκρε

Γαλαζοκίτρινα θα βάψω τα πανιά
Θα καίει η φλόγα δυνατά στο σπαρματσέτο
Μπουένος Άιρες, πολύχρωμη γειτονιά
Και Boca Juniors ‘es un sentimiento’

Και στων θαλασσοπόρων έπειτα τα βήματα
Γεμάτο ρούμι θα υψώσω το ποτήρι
Ιπτάμενος Ολλανδός, παλεύει αιώνια με τα κύματα
Απ’ όξω απ’ της Ελπίδας το ακρωτήρι

Κι εκεί στης φτώχειας τα νερά, απ’ τα σκοινιά γερά κρατήσου
Μας προσμένουν Σομαλοί πειρατές στο Μογκαντίσου
Απ’ το Άντεν πιο πέρα κι ίσως ανήκουν πολλοί
Στου Γουίλι, του μαύρου θερμαστή τη φυλή

Κι όλοι μαζί μετά στη Μπούρμα κι όταν φτάσουμε εκεί
Να γλιτώσουμε απ’ τη χούντα την Ανγκ Σου Κιι
Κι αφού ντυθούμε πορτοκαλί βουδιστικό μανδύα
Να τραβήξουμε για Πακιστάν και Ινδία

Να σταθούμε μια στιγμή στο Καράτσι που ‘χω φίλους
Να αγνοήσουμε του Ινδικού τους σκύλους
Απ’ το Κολόμπο περνώντας στο Νάγκελ Χάρμπορ σινιάλο
Στην Εσκοντίδα θα βγούμε το δίχως άλλο

Θα μας φυσάει νοτιάς κι εσύ σιγά μη μας φτάσεις
Corto Maltese, μπαλάντα της αλμυρής θαλάσσης
Απ’ τις σελίδες του Hugo Pratt θα’ ναι σα να’ χουμε βγει
Σαν τις χίλιες και μια νύχτες, το τέλος θα αργεί

Κι αφού περάσουν οι ώρες, τυφώνες, θύελλες και μπόρες
Πλώρη θα βάλουμε για ανεξερεύνητες χώρες
Σε μια γωνιά του ουρανού, θα κρυφογελά ο Καββαδίας
Όσο μακραίνει το νησί της ουτοπίας.
Track Name: Για να νικήσουν
Πες πως γεννιέσαι και έχεις λεφτά, σπίτια και κότερα κι εξοχικά
Και πως ανήκεις στην κατηγορία εκείνη που λέμε ‘καλή κοινωνία’
Πρωτόδες το φως σε κάποια κλινική, μα φυσικά και ιδιωτική
Πήγες στα νήπια και τα προνήπια και γενικά τα ξεκίνησες ήπια
Κι ύστερα ήρθε εκείνη η ώρα που για τα σχολεία σου λένε προχώρα
Για να λάβεις μόρφωση που να ‘ναι όσια κι όπως θα μάντεψες όχι δημόσια
Για να στο κάνω και συγκεκριμένο πες ότι σου ‘γραφε το πεπρωμένο
Να ζήσεις Αθήνα, Λονδίνο, Παρίσι και γενικότερα κάπου στη Δύση
Να πας στα καλύτερα πανεπιστήμια να συναναστρέφεσαι την academia
Και την ελίτ την οικονομική, πολιτική και καλλιτεχνική
Να ‘χεις ζωής μέσο όρο 80 παρά να μη χρειαστεί να στηθείς στην ουρά
Να σου πάν όλα πρίμα –δε βγαίνει κι η ρίμα- μα δε θα σου πω άλλα κλισέ για το χρήμα
Γιατί στην ουσία ,για να ‘χεις υγεία θα τρέχει για σένα ως κι η τεχνολογία
Και δε θα σε νοιάζει, γιατί να σε νοιάζει; Τι πάει να πει το ταβάνι πως στάζει
Εσύ θα ντυθείς τα επώνυμα ρούχα, θα πιείς τα ακριβά τα ποτά τα αλκοολούχα
Θα αλλάξεις σελίδα στην εφημερίδα για νέα απ’ τον κόσμο μα κι απ’ την πατρίδα
Θα ανάψεις τσιγάρο και θα σχεδιάσεις το πώς και το πού διακοπές θα περάσεις
Θα πάρεις αμάξι, θα λες ‘είμαι εντάξει’, θα θέλεις να μπει η ζωή σου σε τάξη
Γιατί έτσι λένε σε όλους πως πρέπει εκείνοι που δήθεν είναι καθωσπρέπει
Και δε θα ζητήσεις να βρεις εξηγήσεις και ύστερα θα ‘ρθει η σειρά σου να πείσεις

Είναι ένα θέμα που σε αφορά
Τούτος ο κόσμος δυο μάσκες φορά
Άλλη στο Νότο κι άλλη στο Βορά
Και δεν είναι όλα μια χαρά
Γι’ αυτό δε μπορώ τους μεγάλους του κόσμου
Που προσπαθούνε να φτάσουν εντός μου
Να μου μιλήσουν και να με πείσουν
Για να νικήσουν

Και τώρα ξέχνα τα όλα και πες ότι γεννήθηκες στο Μαρακές
Στη Σιέρα Λεόνε και τη Λιβερία, τη Σενεγάλη, τη Μαυριτανία
Όχι δεν ήταν σε νοσοκομείο, ούτε και πήγες ποτέ σε σχολείο
Δεν πήρες παιχνίδια από πολυκατάστημα ούτε θα ζεις για μεγάλο διάστημα
50 χρόνια το πολύ-πολύ ,αν η ζωή είναι μαζί σου καλή
κι αν φυσικά δε σου τύχουν προβλήματα όπως εμφύλιοι και πραξικοπήματα
αν συνηθίσεις σε βίο αυτάρκη κι αν δε σου τύχει να πέσεις σε νάρκη
τότε θα είσαι απ’ τους τυχερούς και απ’ τους οργανισμούς τους γερούς
κι ίσως να μάθεις και κολυβογράμματα, μπορεί –που ξέρεις- να δεις και γεράματα
να ‘χεις μισθό κάτω από δυο δολλάρια και συνοδεία παντού τη μαλάρια
ίσως σε βγάλουν και φωτογραφία, ίσως στα Πούλιτζερ πας τα βραβεία
θα χεις ζωή αμφιβόλου ποιότητας και 15 λεπτά δημοσιότητας
Ή πες πως γεννιέσαι κορίτσι πράμα στο Πακιστάν στη Γη των Φυλών
Να μη σε πιάνει κανένα θάμα μήτε ανθρώπων μήτε και θεών
Ή κάπου στην Αίγυπτο παιδί εργάτης στα βαμβακοχώραφα ή και στην Κίνα
Να φτιάχνεις παπούτσια, φανέλες και μπάλες ή να ‘σαι απ’ τα παιδιά εκείνα
Που μοίρα τα μοίρανε ξεχωριστή κι είχαν κυανόκρανο για βιαστή
Στο Πορτ-ο-Πρένς ή στη Μονρόβια και τους κολλήσανε στάμπα ισόβια
Γι’αυτό δε μπορώ τους μεγάλους του κόσμου που προσπαθούνε να φτάσουν εντός μου
Να μου μιλήσουν και να με πείσουν, για να νικήσουν
Track Name: 2011 (Στο cabaret La belle Grece)
Ακούσατε , ακούσατε…
Απ το saray αποφασίσαν να πουλήσουνε
μα πριν πουλήσουνε – θα απολύσουνε
Θέλουν να στήσουνε λέει δουλειές σωστές
ξένοι και ντόπιοι τους σπρώχνουν επενδυτές
για να μας ψήσουνε αρχίσανε με ευγένειες
τα αφεντικά είναι τριάντα οικογένειες
κι ένας χοντρός που έχουνε βάλει Χατζηαβάτη
βγήκε μπροστά να συντονίσει την απάτη
Αρχίσαν κόλπα λες και είμαστε χαζοί
στο μαγαζί, λέει, τα φάγαμε μαζί
είχανε στήσει το μεγάλο πανηγύρι
και δε μας άφηναν κι εμάς στο ξεροσφύρι
και τώρα που ήρθε μοιραία ο λογαριασμός
σωστό και πρέπον, να πληρώσει ο λαός
Ξαμολυθήκαν κι οι ντελάληδες να σιγοντάρουν
κάνα κομμάτι από την πίτα μήπως πάρουν
Πρέπει να λήξει λέει πια το πανηγύρι
για όσο κράτησε μεγάλο μας χατίρι
Στο μαγαζί θα στήνουν μόνο soiree
κι από παράγκα θα το κάνουν cabaret
Πες μου, χαρήκαν στο saray
που έπεσε ο karagoz μπερντές;
Τη θέα πια δε θα χαλάει…
Πες μου, κι οι καταναλωτές
και οι τουρίστες είναι εντάξει;
Οι αξιολογήσεις μας σωστές;
Που έχετε βάλει πια σε τάξη
το cabaret «La belle Grèce»;
Είπαμε εντάξει, ας βάλουμε και πλάτη
δε μυριστήκαμε -κι ας βρώμαγε- απάτη
κι αυτοι ξεχυθηκαν αμέσως οι κουφάλες
στα μέτρα μας να στησουνε κρεμάλες
Πιάστε και βάλτε το στο νου σας νοικοκύρηδες
το παραμύθι έχει σουλτάνους και βεζίρηδες
βεζιροπούλες, βεζιρόπουλα και μπέηδες
έχει ντελάληδες έχει και Αρκουδέηδες
έτσι που λες κι όταν κοπήκανε τα αστεία
πήγμε στήσαμε τσαντίρι στην πλατεία
να μαζευτούμε, να μιλήσουμε, να ζήσουμε
κι αφού ψηφίσουμε να αποφασίσουμε
κι εκείνοι αμόλυσαν τότε το Βεληγκέκα
να μας ψεκάσει χημικά και προπαγάνδα MEGA
και κάπου ανάμεσα στους μπάτσους και σε ξύλο
για την παράγκα αποκτήσαμε και σκύλο
και στον καταυλισμό ετούτο τον τσιγκάνικο
δε θα πουλήσουνε ποτέ τους τον Λουκάνικο
κι όποτε μπαίνουνε οι κουφάλες στο saray
σηκώνει το ένα πόδι και τους κατουράει!
Track Name: Μες στο κρασί μου βλέπω θάλασσες
Είμαι δεμένος ‘πα στο μεσιανό κατάρτι
Είν’ το παιχνίδι στημένο κι η ομάδα σκάρτη
Είν’ το ταξίδι παλιό και κρατάει αιώνες
Κι εσύ σειρήνα που ουρλιάζει απ’ τις οθόνες
Θες να με πείσεις ότι φίλε όλα εντάξει
Κάτσε καλά στον καναπέ που έχεις αράξει
Την αποχαύνωση μου κάνες πρώτη φύση
Για να μη δω πως τα πανιά μου τα ‘χεις σκίσει
Κι ήσουν ομάδα του Μπέου, καράβι του Παπανδρέου
Ήσουν το τελευταίο δάνειο που πήραμε εκ νέου
Η απειλή και το φάσμα της ανεργίας
Κι ασφαλίτης που τρύπωσε στην Αμαλίας
Βράδυ μπροστά στην οθόνη νοικοκυραίος στο σπίτι
Ήσουν το άδειο κεφάλι του χρυσαυγίτη
Αφεντικό που ψάχνει σκλάβους στη δουλειά του
Δημοσιογράφος που δουλεύει για τα αφεντικά του

Μεσ’ το κρασί μου βλέπω θάλασσες
Κι αν τα πανιά μου μου τα χάλασες
Εγώ ακόμα στο κρασί μου
Βλέπω θάλασσες…

Ήσουν τρεμάμενο ψάρι στη δίκη του Κασιδιάρη
Αιθαλομίχλη στην Αθήνα και μου κρύβεις το φεγγάρι
Του ριζοσπάστη απολυμένος εκ του Περισσού
Και δακρυγόνο στο σχολείο τη Ιερισσού
Το κρατικό το μονοπώλιο της βίας
Κι εκείνη η διαφθορά της εξουσίας
Τα κόμματα να τα ψηφίσω που φωνάζουν
Κι οι εκλογές που όμως τον κόσμο δεν αλλάζουν
Με την εκδίκηση του ηλίθιου μου μοιάζεις
Για τις φυλές και για τα αίματα ουρλιάζεις
Είσαι μαχαίρι στο λαιμό της Ιφιγένειας
Και ψηφοθηρικό μπλοκάρισμα της ιθαγένειας
Οι ολιγάρχες την Ελλάδα που κατέχουν
Κι όλοι οι φίλοι μου που ούτε δουλειά δεν έχουν
Γιατί είναι άδικο το σύστημα κομμένη η πλάκα
Μας έχει πιόνια ο καπιταλισμός ρε βλάκα
Track Name: Kasbah
Τραβούσαμε με βήμα αργό προς την Κασμπά.
Φέσι αλγερίνικο φορούσε ο συνοδός μου.
Το στίχο ποίηση το λαμπρότερό σου δώσμου
για να ιστορήσω κάποια πράγματα θαμπά.

Ο ανήφορος ψηλός πολύ και σκαλωτός,
αρχαία γιομάτος μαγαζιά κι οπλοπωλεία.
Η παραλία κάτου φαινόταν με τα πλοία
κι ένας πολύγλωσσος που ερχόταν συφερτός.

Μαύρες γυναίκες, στολισμένες με λευκά,
Αλγερινές που εθορυβούσαν κι εγελούσαν
και ναυτικοί από ξένες χώρες που φορούσαν
κάσκες παράδοξες και ρούχα τροπικά.

Σπίτια παλιά, δίχως παράθυρα, ψηλά
κι απά σε πέτρινα πεζούλια καθισμένες
πατρόνες γριές, σαν από κόλαση βγαλμένες
παίζανε ζάρια και τραβούσανε λουλά.

Μες σε κοιτώνες χωρισμένους, σκοτεινούς,
απάνου σε φαρδιά και βρώμικα κρεββάτια,
άσπρες και μαύρες, με φρικτά κι άφωτα μάτια
δίχως ορίζοντα και δίχως ουρανούς.

Μέσα στο νούμερο “Ταλαάτ” ένα λευκό
κορμί γυναίκας σ’ ένα ολόμαυρο μεντέρι
στα χέρια της παίζει με τέχνη ένα μαχαίρι
κι ένα χοντρό βιβλίο διαβάζει, παλαιικό.

Με χαιρετά με μιαν ευχήν αραβική
και μου μιλεί από κάθε γλώσσα λίγα λόγια
που της εμάθαν μες τα ξένα καταγώγια
όσοι κοιμήθηκαν μαζί της ναυτικοί.

Όμως κρατά μετά τα χείλη της κλειστά.
Αν μείνεις -μου ‘πε- τ’ όνομά μου μη ρωτήσεις.
Μισώ τις μάταιες τις εξομολογήσεις
και των αντρών τα μάταια λόγια τα ζεστά.

Μείναμε δίχως να μιλάμε ως την αυγή
κι όταν επλήρωσα και κίνησα να φύγω,
κουδούνισε τα χρήματα στο χέρι λίγο
και μου τα πέταξε στο πρόσωπο με οργή.

Και μου πε: Αν ζήσατε πολύ στους τροπικούς
κι αν εδιαβάσατε παράξενα βιβλία,
μάθατε μόνο να οδηγάτε αργά τα πλοία,
στους χάρτες σκύβοντας τους Μερκατορικούς.

Αλλά το ασάλευτο ταξίδι των πορνών,
ποιός από σας, τυφλοί, ποτέ το βλέπει;
Ο μεσονύχτιος ήλιος πάντοτε το σκέπει
και τ’ άστρο κάποιων άγνωστών σας ουρανών.

Εβγήκα. Απέξω από την πόρτα της σειρά
προσμέναν Γάλλοι, Εγγλέζοι και Σενεγαλέζοι.
Κι αυτή κλεισμένη το μαχαίρι της να παίζει,
πετώντας το στον τοίχο τούτη τη φορά.

Κι ετράβηξα τρεκλίζοντας με βήμα αργό,
ώσπου έφτασα, με τη βοήθεια του κυρίου
απ’ την αρχαία πολιτεία του Αλγερίου
στο ξεβαμμένο μας τεράστιο φορτηγό.